Ηλεκτρονικός Διαγωνισμός Διηγήματος της ΕΟΔνΠ

Η αρχή μιας περιπέτειας

Ειρήνη Τσαχουρίδου

3o Βραβείο στην Κατηγορία Δημοτικού του έτους 2014

Ένα καλοκαιρινό πρωινό η Τζέσι, η Λίλι και η Λία ετοιμάζονται για μια εκδρομή σε ένα όμορφο δάσος, όταν κάτι παράξενο συμβαίνει.

Τα κορίτσια περπατούν ανέμελα στο χορτάρι, καθώς πηγαίνουν προς την κοιλάδα που θα γινόταν η εκδρομή. Εκεί θα συναντούσαν τους φίλους τους που είχαν να τους δουν πολύ καιρό. Το τοπίο γύρω ήταν πανέμορφο. Τα λουλούδια υπήρχαν παντού. Ακόμα και πάνω σε βράχους! Τα δέντρα ήταν καταπράσινα και το φύλλωμά τους πιο πυκνό από κάθε άλλη φορά. Πολλά ζωάκια είχαν βγει εκείνη τη μέρα από τις φωλιές τους και λιάζονταν στον ήλιο. Σκέτος παράδεισος...

Μόλις έφτασαν, είδαν κάτι που δεν είχαν ξαναδεί. Μια μικρή λίμνη που πάνω της κολυμπούσαν κύκνοι. Μετά είδαν τους φίλους τους να κοιτάνε από μια άλλη πλευρά έκπληκτοι. Από περιέργεια, η Τζέσι έκανε μερικά βήματα μπροστά και κοίταξε τη λίμνη. Δεν ήταν σαν αυτές που είχε ξαναδεί. Ήταν διάφανη και το φως του ήλιου τη γέμιζε κάνοντάς την να αστράφτει. Ο πάτος της αντί για λάσπη είχε άμμο και στην επιφάνειά της υπήρχαν πολλά πανέμορφα ανθισμένα νούφαρα. Επίσης, κάτι άλλο εντελώς απίθανο είναι ένας μικρός καταρράχτης που βλέπεις πρώτη φορά σε ένα μέρος. Πραγματικά, αυτό κι αν ήταν απίστευτο θέαμα. Η Τζέσι δεν άντεξε άλλο και έτρεξε να δει καλύτερα. Άπλωσε το χέρι της για να το δροσίσει το δροσερό νερό. Τότε οι φίλες της πήγαν σαν υπνωτισμένες να καθίσουν δίπλα της.

Εκείνη τη στιγμή παρατήρησαν ότι πίσω από το νερό που έτρεχε υπήρχε ένα πέρασμα. «Πού να οδηγεί άραγε;» αναρωτήθηκε η Τζέσι.

«Να μπούμε;» ρώτησε όλο ανυπομονησία η Λία.

«Γιατί όχι;» απάντησε η Λίλι.

«Τι περιμένουμε;» είπε η Τζέσι και παραμέρισε το νερό του καταρράχτη σαν να ήτανε κουρτίνα.

Το εσωτερικό του σπηλαίου ήταν πολύ διαφορετικό από αυτό που φανταζόντουσαν. Το έδαφος ήταν καλυμμένο με μικρά βότσαλα και λεπτή άμμο, ενώ τα τοιχώματα ήταν καλυμμένα με αναρριχώμενα λουλούδια. Προχώρησαν αρκετή ώρα μέχρι που η Λίλι σκόνταψε πάνω σε κάτι.

«Τι είναι αυτό;» είπε η Λία παίρνοντας από το έδαφος ένα μεγάλο σκονισμένο κλειδί.

«Κάτι που μπορεί να καμουφλαριστεί καλά στο έδαφος,» απάντησε η Λίλι τρίβοντας το κεφάλι της.

«Ας το πάρουμε μαζί μας», είπε η Λία πνίγοντας τα γέλια της.

Όσο προχωρούσαν, το έδαφος κατηφόριζε όλο και πιο πολύ. Κάποια στιγμή είδαν μπροστά τους μια γιγαντιαία πόρτα. Τότε κάτι περίεργο συνέβη. Τα μάγια που τις υπνώτισαν για να κατεβούν εκεί έσπασαν και τα κορίτσια άρχισαν να φοβούνται. Ψύχρα ερχόταν από εκείνη την πόρτα. Ψύχρα που σου πάγωνε το αίμα. Τότε η Λίλι θυμήθηκε το κλειδί που είχαν βρει. Το έβγαλε από τη τσέπη και κατάλαβε ότι ταίριαζε ακριβώς με τη κλειδαρότρυπα που δέσποζε ψυχρή ακριβώς μπροστά της. Πέταξε κάτω το κλειδί και φάνηκε πως ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει. Τότε το κλειδί σηκώθηκε, και μπήκε μόνο του στην κλειδαριά. Αμέσως το κρύο και τρομαχτικό αεράκι άλλαξε σε μια θερμή γλυκιά αίσθηση. Μετά η πόρτα, άνοιξε μόνη της και τους φανέρωσε αυτό που βρισκόταν πίσω της. Ένα θέαμα απερίγραπτο. Ένα άλογο κατάλευκο με ένα κέρατο στο μέτωπό του κοίταζε φιλικά προς το μέρος των κοριτσιών. Αλλά πίσω του ακολουθούσε ένα μαύρο άλογο επίσης με ένα κέρατο που όμως έδειχνε πιο πολύ δυστυχισμένο πάρα φιλικό. Και τα δυο προχώρησαν αργά προς το μέρος τους.

Το λευκό άλογο, ή λευκός μονόκερος καλύτερα, ακούμπησε και τα τρία κορίτσια με το κέρατο του και κάθε φορά δυο μικρές λάμψεις ξεπεταγόντουσαν και γέμιζαν τα κορίτσια ευτυχία και κάτι άλλο... σαν αδρεναλίνη σε συνδυασμό με τη μεγαλύτερη χαρά που θα μπορούσε να νιώσει κανείς. Αλλά όταν τις ακούμπησε ο μαύρος μονόκερος, δεν ένιωσαν σχεδόν τίποτα. Οι λάμψεις ήταν αμυδρές και ανίσχυρες, αλλά και πάλι ένα παράξενο συναίσθημα τις πλημμύρισε. Τότε οι μονόκεροι ένωσαν τις άκρες των κεράτων τους, και η αίθουσα πίσω τους φωτίστηκε. Μερικές όμορφες νεαρές κοπέλες με διάφανα φτερά, τις υποδέχτηκαν με καλοσύνη και είπαν:

«Βρίσκεστε σε ένα μαγικό δάσος. Όχι από αυτά που ακούτε στις ιστορίες και τα παραμύθια των γιαγιάδων σας. Σε έναν πραγματικά μαγεμένο τόπο. Αυτά τα μέρη τα ανακαλύπτουν συνήθως μόνο μάγοι, αλλά, αφού μας απεγκλωβίσατε, οι μονόκεροι σάς έκαναν ένα μαγικό δωράκι. Ελάτε μαζί μας», είπε μία από τις νεράιδες και έγνεψε να την ακολουθήσουν. Τα κορίτσια πλέον δεν πιστεύανε ούτε στα μάτια τους ούτε στα αυτιά τους. Προχωρούσαν διστακτικά και κοιτούσαν γύρω τους. Πανέμορφο. Ένα σωρό άγνωστα πλάσματα σηκωνόντουσαν και τις χαιρετούσαν. Μάλιστα ένα μικρό ξωτικό τους σκόρπισε ροδοπέταλα και τους πρόσφερε μαργαρίτες.

«Φτάσαμε», είπε η νεράιδα. Και σταμάτησαν απότομα για να μη πέσουν πάνω της. Τους έδειξε μια μικρή σπηλιά που μετά βίας χωρούσε να μπει ένα κουνέλι. Τότε, με ένα απαλό τοκ τοκ, στην είσοδο της σπηλιάς, το άνοιγμα φάρδυνε.

«Περάστε. Θα βρείτε ραβδιά και σκουπόξυλα. Πάρτε τρία και γυρίστε πίσω.»

Τα κορίτσια, που δεν ήξεραν τίποτα περισσότερο από το σχολείο και αθλήματα, τα ’χασαν! Δεν ήξεραν τι διαφορά είχε το ραβδί από το ξυλάκι, και τι το σκουπόξυλο από τη σκούπα. Έτσι που τα είχαν χαμένα, μπήκαν μέσα σαν ζαλισμένα κοτόπουλα και άρχισαν να περπατούν.

«Τι παράξενο!» μουρμούρισε η Λία.

«Αυτό ξαναπές το», είπε ψιθυριστά η Λίλι.

«Πού ακούστηκε σπηλιά μέσα σε σπηλιά», είπε η Τζέσι με περίεργο ύφος.

Το περιβάλλον της σπηλιάς ήταν απολύτως αταίριαστο με αυτό έξω. Στους τείχους υπήρχαν σαρκοφάγα φυτά και το πάτωμα έκαιγε λες και περπατούσες σε αναμμένα κάρβουνα. Κάπου στο βάθος, είδαν μερικές παλιές σκούπες, μερικά ξυλαράκια και μερικούς παλιούς μανδύες. Πήραν τρία από το καθένα, μιας και δεν έβρισκαν τίποτα άλλο και βιάστηκαν να φύγουν. Στην έξοδο δεν συνάντησαν μόνο τις νεράιδες, αλλά και έναν ψηλό άντρα που τις παρατηρούσε.

«Αυτές είναι;» ρώτησε τη νεράιδα.

«Ναι, αυτές.»

Ο άντρας τις κοίταξε διαπεραστικά.

«Δώστε μου αυτά που κρατάτε», είπε ψυχρά στο τέλος.

Χωρίς αντίσταση τα κορίτσια του τα έδωσαν. Τότε ο άντρας έβγαλε από τη τσέπη του ένα μακρύ ραβδί. Σημάδεψε με αυτό τα ξέθωρα παλιά πράγματα, και αφού μουρμούρισε κάτι ακαταλαβίστικα λόγια, έγιναν πάλι σαν καινούρια!

«Διαλέξτε ένα από το καθένα. Θα σας δείξουν οι νεράιδες τα υπόλοιπα», είπε κι έφυγε.

Τα κορίτσια σαστισμένα πήραν ένα στη τύχη και κοίταξαν τις νεράιδες.

«Μην τον ακούτε, αφήστε τα πάλι κάτω», είπε η νεράιδα φανερά εκνευρισμένη.

«Κλείστε τα μάτια, τεντώστε το ένα χέρι και πείτε: “ραβδί, ανυψώσου.”»

Τα κορίτσια το έκαναν και στην αρχή ένιωσαν μια γλυκιά λάμψη να σκεπάζει τα βλέφαρά τους. Μετά κάτι ακούμπησε το χέρι τους και όταν άνοιξαν τα μάτια, είδαν έκπληκτες ότι τα ραβδιά είχαν σηκωθεί από το έδαφος και είχαν έρθει στο τεντωμένο χέρι τους. Η τρομάρα τους δεν περιγράφεται. Ήταν έτοιμες να λιποθυμήσουν.

«Ωραία. Τώρα θα σας δώσουμε από ένα τέτοιο βιβλιαράκι», είπε χαμογελαστά η νεράιδα και τους έδειξε ένα καφετί βιβλίο που μόνο βιβλιαράκι δεν ήταν. Έμοιαζε να έχει πιο πολλές σελίδες και από τη βίβλο. Στο εξώφυλλο έγραφε: βιβλίο για ξόρκια νούμερο ένα, τόμος ένα.

«Θα διαβάσετε μερικά απλά ξόρκια, για να μάθετε πώς να χρησιμοποιείτε τα ραβδιά σας. Μετά θα μάθετε για την πτήση με σκουπόξυλο», συνέχισε.

Όταν τα έλεγε όλα αυτά τα κορίτσια σπάνια καταλάβαιναν καμιά λέξη, αλλά μετά από αρκετή ώρα άρχισαν να καταλαβαίνουν εύκολα τι ήθελε να πει.

«Τώρα ας πούμε το ξόρκι νούμερο ένα.»

Το μάθημα συνεχίστηκε και στο τέλος τα κορίτσια ήξεραν πάρα πολλά για τη μαγεία.

Όταν τελούσαν με το ξόρκι νούμερο 23, η νεράιδα είπε:

«Αρκετά τώρα. Ας ξεκινήσουμε με τα σκουπόξυλα.» Έδειξε τις σκούπες στο πάτωμα και χαμογέλασε πλατιά. Αφού τα καβάλησαν σωστά, απογειώθηκαν. Πότε δεν είχαν ξανανιώσει κάτι τόσο όμορφο. Η αίσθηση του να σκίζεις τον αέρα ήταν πανέμορφη. Δεν ήθελαν καθόλου να κατέβουν στη γη. Μόνο όταν ζαλίστηκαν αναγκάστηκαν να προσγειωθούν. Ξαφνικά, ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος και η νεράιδα πάγωσε.

«Κορίτσια, πάρτε μαζί σας τα βιβλία και τα πράγματά σας! Μην ξανάρθετε μέχρι του χρόνου γιατί θα κινδυνεύετε. Οι μονόκεροι θα σας συνοδεύσουν ως την πύλη και θα μείνουν εκεί σε περίπτωση που έρθετε πιο νωρίς. ΤΡΕΞΤΕ!»

Τα κορίτσια άρχισαν να τρέχουν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν προς τη πύλη φορτωμένες με τα πράγματά τους. Ίσα που πρόλαβαν να βγουν προτού ακουστεί πάλι ο θόρυβος.

Όταν έκλεισαν οι πύλες, οι μονόκεροι τις ανέβασαν στην ανηφόρα και έφτασαν ως τον καταρράχτη. Εκεί αποχαιρετίστηκαν και έφυγαν για το σπίτι.

Έτσι κάθε καλοκαίρι πήγαιναν εκεί και έφευγαν εξαιτίας ενός μυστηριώδους θορύβου. Πάντως ήταν ευτυχισμένες, ιδίως όταν πετούσαν με τα σκουπόξυλα.

Βιογραφικό συγγραφέα

Η Ειρήνη Τσαχουρίδου γεννήθηκε στην Κατερίνη το 2003 όπου και κατοικεί.

Φοίτησε στο 22ο νηπιαγωγείο και συνεχίζει στο 9ο Δημοτικό Σχολείο Κατερίνης. Της αρέσει η ανάγνωση διηγημάτων περιπέτειας και φαντασίας, η ζωγραφική και η μαγειρική .

Έχει μία αδερφή οχτώ χρόνια μικρότερη.



Εθελοντική Ομάδα Δράσης Ν. Πιερίας "Ο ΤΟΠΟΣ ΜΟΥ"
Ψηφιακό αρχείο του Ηλεκτρονικού Διαγωνισμού Διηγήματος

Καπνικός Σταθμός Κατερίνης